Το παρών άρθρο αφορά την στέβια, ένα φυτό με ιδιαίτερες γλυκαντικές ιδιότητες και γράφηκε για την τοπική εφήμεριδα "Αντίλλαλος της Μεσσαράς" την 12η Ιουλίου του 2004

Η Ελλάδα αλλά και ειδικότερα η Κρήτη και τα μικρά νησάκια που την περιτριγυρίζουν έχουν, λόγω της μεγάλης διαφοροποίησης του περιβάλλοντος από το ένα σημείο στο άλλο που οφείλεται στις μεγάλες και απότομες αλλαγές του  γεωγραφικού ανάγλυφου, αναπτύξει μια πληθώρα φυτών τα οποία είναι μοναδικά στον κόσμο και πολλά από αυτά έχουν ξεχωριστές φαρμακευτικές, αρωματικές ιδιότητες.


Οι στατιστικές δείχνουν ότι η Κρήτη έχει περισσότερα ενδημικά είδη από την Μεγάλη Βρετανία πράγμα που δηλώνει πόσο έντονο είναι αυτό το φαινόμενο στον τόπο μας. Αυτό ισχύει και για τα μικρά νησάκια που βρίσκονται γύρω από την Κρήτη όπως η Γαύδος και η Γαυδοπούλα τα οποία φιλοξενούν τόσο ξεχωριστά οικοσυστήματα ώστε να έχουν ενταχθεί εδώ και πολλά χρόνια στα ειδικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία του περιβάλλοντος όπως για παράδειγμα το Natura 2000.

Όσο όμως ευλογημένη και να είναι η Κρήτη από τον θεό όσον αφορά την ποικιλότητα των ειδών τα οποία φιλοξενεί, υπάρχουν φυτά σημαντικά τα οποία δεν ανήκουν στην τοπική χλωρίδα. Παραδείγματα τέτοιων φυτών υπάρχουν πολλά. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα σολανώδη φυτά (οικ. Solanaceae) στην οικογένεια αυτή ανήκουν οι τομάτες, οι πατάτες, οι μελιτζάνες και άλλα σημαντικά λαχανικά τα οποία μας ήρθαν από την Κεντρική και Νότια Αμερική και έχουν αναλάβει κύριο ρόλο στην καθημερινή διατροφή μας.

Παρόλα αυτά υπάρχει ακόμα ένας σημαντικός αριθμός φυτών και ποικιλιών τα οποία έχουν μεγάλη διατροφική ή/και βιομηχανική αξία τα οποία είναι ακόμα άγνωστα στην Ελλάδα.Ένα τέτοιο φυτό είναι και η στέβια. Το βοτανικό της όνομα είναι  Stevia Rebaudiana και μας έρχεται από την Βραζιλία και την Παραγουάη. Είναι ένα μικρό φυτό που δεν γεμίζει το μάτι σε όποιον το γνωρίζει για πρώτη φορά, που έχει όμως μια πολύ ιδιαίτερη ιδιότητα. Περιέχει μια ουσία η οποία έχει πολλές φορές μεγαλύτερη γλυκαντική δύναμη από την ζάχαρη. Αυτό το κάνει ιδιαίτερα δημοφιλές στις χώρες που γνωρίζουν την ύπαρξη του καθώς γίνεται μια θαυμάσια εναλλακτική γλυκαντική ουσία από την ζάχαρη σε τρόφιμα για διαβητικούς και σε τρόφιμα διαίτης. Στην Αμερική το φυτό αυτό δεν έχει ακόμα καταφέρει να πάρει άδεια για να χρησιμοποιηθεί ως κύρια γλυκαντική ουσία αλλά αυτό οφείλεται κυρίως στην πανίσχυρη βιομηχανία ζαχάρεως και όχι στο ότι η στέβια προκαλεί το οποιοδήποτε πρόβλημα στα τρόφιμα. Το αντίθετο συμβαίνει στην Ιαπωνία όπου η στεβιόζη (η γλυκαντική ουσία που περιέχει η στέβια) χρησιμοποιείται κατά κόρον στην βιομηχανία τροφίμων και αναψυκτικών.

Η αξία του φυτού αυτού όπως καταλαβαίνει κανείς είναι τεράστια καθώς μπορεί να γίνει και βιομηχανική εκμετάλλευση του αλλά έχει νόημα κάθε σπίτι που έχει ένα μικρό κήπο να διατηρεί μια με δύο γλάστρες με φυτά στέβιας για τις καθημερινές ανάγκες του σπιτιού. Η στέβια μπορεί να χρησιμοποιηθεί φρέσκια αλλά και αποξηραμένη, στο φαγητό, σε σαλάτες, σε γλυκά, σε ποτά. Η ποσότητα που απαιτείται είναι ελάχιστη χάρις την μεγάλη γλυκαντική της δύναμη οπότε ουσιαστικά προσθέτει μηδέν θερμίδες στο σκεύασμα ή στο αφέψημα στο οποίο προστίθεται.

Η στέβια στην άγρια της κατάσταση στο ιθαγενές της περιβάλλον είναι ένα πολυετές φυτό που φυτρώνει σε αμμώδη, μικρής γονιμότητας εδάφη στις άκρες ποταμών και ρεμάτων. Αυτό μας δείχνει ότι δεν είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό φυτό όσον αφορά τις συνθήκες ανάπτυξης του. Χωρίς κλάδεμα γίνεται περίπου 2 πόδια ψηλό δηλαδή περίπου 60 εκατοστά. Οι ανάγκες του σε έδαφος είναι αρκετά ταπεινές οπότε οποιοδήποτε μείγμα για γλάστρες με ουδέτερο ή ελαφρά όξινο  είναι μια χαρά. Η στέβια είναι ένα τρυφερό φυτό που δεν αντέχει το χειμερινό ψύχος. Σε βόρειες χώρες καλλιεργείται ως μονοετές αλλά σε χώρες όπως την δική μας μπορεί να καλλιεργηθεί σαν τρυφερό πολυετές και με μια μικρή προστασία κατά τις ημέρες του χειμώνα με τις χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να επιβιώσει για όλο το έτος.

Η βιολογία, ο χαρακτήρας αλλά και η χώρα από την οποία προέρχεται η στέβια την κάνουν ένα ιδανικό φυτό για καλλιέργεια στην Κρήτη καθώς οι χώρες από τις οποίες προέρχεται έχουν κλίμα όπως το δικό μας, ενώ οι εδαφικές της ανάγκες εύκολα μπορούν να καλυφθούν από μια πληθώρα κρητικών εδαφών. Αυτή την στιγμή μια από τις μεγαλύτερες δυσκολίες όσον αφορά την καλλιέργεια της στέβιας είναι η εξεύρεση σπόρων. Το ότι το φυτό είναι άγνωστο στην Ελλάδα έχει συντελέσει στο να μην υπάρχουν εισαγωγές σπόρων όπως γίνεται με τόσες άλλες ποικιλίες λαχανικών, είναι όμως βέβαιο ότι εάν υπάρξει ενδιαφέρον τότε οι τοπικοί αντιπρόσωποι των σποροπαραγωγών εταιριών θα μπορέσουν να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες ποσότητες.